Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαιμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον λαιμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαιμικός < λαιμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαιμικόςλαιμικήλαιμικό
Γενικήλαιμικούλαιμικήςλαιμικού
Αιτιατικήλαιμικόλαιμικήλαιμικό
Κλητικήλαιμικέλαιμικήλαιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαιμικοίλαιμικέςλαιμικά
Γενικήλαιμικώνλαιμικώνλαιμικών
Αιτιατικήλαιμικούςλαιμικέςλαιμικά
Κλητικήλαιμικοίλαιμικέςλαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →