λαιμοδέτης
•
- ενδυμασίαγραβάτα, παπιγιόν, είδος που δένεται στο λαιμό Βικιλεξικό
- Ο λευκός λαιμοδέτης μόνον μετὰ φράκου φορεῖται. Ὁ μαῦρος λαιμοδέτης καταχρηστικῶς φορεῖται μετὰ φράκου. (Εστία, τόμος 6, 29/12/1878, σελ. 3)
Ετυμολογία
λαιμοδέτης < λαιμ(ός) + -ο- + -δέτης < δένω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαιμοδέτης | λαιμοδέτες |
| Γενική | λαιμοδέτη | λαιμοδετών |
| Αιτιατική | λαιμοδέτη | λαιμοδέτες |
| Κλητική | λαιμοδέτη | λαιμοδέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →