Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λακίζω

/laˈci.zo/ρήμα
•
  1. υποχωρώ, φεύγω τρέχοντας, παίρνω δρόμο, το βάζω στα πόδια Βικιλεξικό
    • μόλις το πήραμε χαμπάρι τι απατεώνας ήταν, λάκισε!
  2. δειλιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λακίζω < λακ(ώ) + -ίζω με βάση το συνοπτικό θέμα λάκησ-. Το ελληνιστικό λακίζω, με διαφορετική σημασία (σχίζω).

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλακίζωλακίζειςλακίζειλακίζουμελακίζετελακίζουν / λακίζουνε
Παρατατικόςλάκιζαλάκιζεςλάκιζελακίζαμελακίζατελάκιζαν / λακίζαν / λακίζανε
Αόριστοςλάκισαλάκισεςλάκισελακίσαμελακίσατελάκισαν / λακίσαν / λακίσανε
Μέλλονταςθα λακίζω / θα λακίσωθα λακίζεις / θα λακίσειςθα λακίζει / θα λακίσειθα λακίζουμε / θα λακίσουμεθα λακίζετε / θα λακίσετεθα λακίζουν / θα λακίζουνε / θα λακίσουν / θα λακίσουνε
Παρακείμενοςέχω λακίσειέχεις λακίσειέχει λακίσειέχουμε λακίσειέχετε λακίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λακίσειείχες λακίσειείχε λακίσειείχαμε λακίσει——
Υποτακτικήνα έχω λακίσει / να λακίζω / να λακίσωνα έχεις λακίσει / να λακίζεις / να λακίσειςνα έχει λακίσει / να λακίζει / να λακίσεινα έχουμε λακίσει / να λακίζουμε / να λακίσουμενα έχετε λακίσει / να λακίζετε / να λακίσετενα λακίζουν / να λακίζουνε / να λακίσουν / να λακίσουνε
Προστακτική—λάκιζε / λάκισε——λακίζετε / λακίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →