λακίζω
•
- υποχωρώ, φεύγω τρέχοντας, παίρνω δρόμο, το βάζω στα πόδια Βικιλεξικό
- μόλις το πήραμε χαμπάρι τι απατεώνας ήταν, λάκισε!
- δειλιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λακίζω < λακ(ώ) + -ίζω με βάση το συνοπτικό θέμα λάκησ-. Το ελληνιστικό λακίζω, με διαφορετική σημασία (σχίζω).
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λακίζω | λακίζεις | λακίζει | λακίζουμε | λακίζετε | λακίζουν / λακίζουνε |
| Παρατατικός | λάκιζα | λάκιζες | λάκιζε | λακίζαμε | λακίζατε | λάκιζαν / λακίζαν / λακίζανε |
| Αόριστος | λάκισα | λάκισες | λάκισε | λακίσαμε | λακίσατε | λάκισαν / λακίσαν / λακίσανε |
| Μέλλοντας | θα λακίζω / θα λακίσω | θα λακίζεις / θα λακίσεις | θα λακίζει / θα λακίσει | θα λακίζουμε / θα λακίσουμε | θα λακίζετε / θα λακίσετε | θα λακίζουν / θα λακίζουνε / θα λακίσουν / θα λακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λακίσει | έχεις λακίσει | έχει λακίσει | έχουμε λακίσει | έχετε λακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λακίσει | είχες λακίσει | είχε λακίσει | είχαμε λακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λακίσει / να λακίζω / να λακίσω | να έχεις λακίσει / να λακίζεις / να λακίσεις | να έχει λακίσει / να λακίζει / να λακίσει | να έχουμε λακίσει / να λακίζουμε / να λακίσουμε | να έχετε λακίσει / να λακίζετε / να λακίσετε | να λακίζουν / να λακίζουνε / να λακίσουν / να λακίσουνε |
| Προστακτική | — | λάκιζε / λάκισε | — | — | λακίζετε / λακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →