Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λακαμάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόανακατεμένη γραφή της λέξης μαλάκας, με χρήση στο γραπτό, ανεπίσημο λόγο Βικιλεξικό
    • Όταν θα καταλάβει τι τσαμπουνάς
    • Θα δεις πως είσαι ούφο και λακαμάς
    • Ολόκληρος Αμπράμοβιτς διάβαζα πως έχει 900.000.000 χρέη από δάνεια και τράπεζες δεν έβαλε δικά του λεφτά. Πρέπει να είμαι ο πρώτος λακαμάς που βάζει λεφτά από την τσέπη του! Θα φανεί στο μέλλον αν είμαστε «σελέμπριτις» ή αγαπάμε πολύ τον Ηρακλή (Ρέμος: "Πρέπει να είμαι ο πρώτος... λακαμάς που βάζει λεφτά από την τσέπη του!" (Ο Αντώνης Ρέμος - πρόεδρος της ΠΑΕ Ηρακλή - μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό Libero 107,4 για την μέχρι τώρα πορεία του Γηραιού στο πρωτάθλημα...), contra.gr, 17 Οκτωβρίου 2018)
    • Τωρα αντε τραβα να βρεις το κακο παιδι που ψαχνεις εγω τελικα δεν ημουν καλος αλλα λακαμας οπως πιστευεις (28.1.2014, www.lifo.gr)
    • Οι λακαμάδες και οι εμπαθείς δεν λείπουνε ποτέ. Ένα ολόκληρο μάτσο από δαύτους είναι πάντα στημένοι στη γωνία και περιμένουν να βρουν την ευκαιρία για να στην πουν και να στη φέρουν. (Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξω τη γνώμη μου γι’ αυτή την ομάδα και γι’ αυτούς τους παίκτες, 18/6/2012, real.gr)

Ετυμολογία

λακαμάς < μαλάκας με μεταγραμματισμό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλακαμάςλακαμάδες
Γενικήλακαμάλακαμάδων
Αιτιατικήλακαμάλακαμάδες
Κλητικήλακαμάλακαμάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →