Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λακκάκι

/laˈka.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του λάκκος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβαθούλωμα στο δέρμα Βικιλεξικό
    • Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω / μες στο λακκάκι που ’χεις στο λαιμό. (Από το τραγούδι «Σ’ ακολουθώ», σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου)
  3. ειδικότεραβαθούλωμα στο μάγουλο, που γίνεται εμφανές κυρίως με το χαμόγελο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λακκάκι < λάκκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλακκάκιλακκάκια
Γενική——
Αιτιατικήλακκάκιλακκάκια
Κλητικήλακκάκιλακκάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →