λακκάκι
•
- υποκοριστικό του λάκκος Βικιλεξικό
- μεταφορικάβαθούλωμα στο δέρμα Βικιλεξικό
- Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω / μες στο λακκάκι που ’χεις στο λαιμό. (Από το τραγούδι «Σ’ ακολουθώ», σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου)
- ειδικότεραβαθούλωμα στο μάγουλο, που γίνεται εμφανές κυρίως με το χαμόγελο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λακκάκι < λάκκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λακκάκι | λακκάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λακκάκι | λακκάκια |
| Κλητική | λακκάκι | λακκάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →