λακτόζη
•
- σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λακτόζη < lactose < saccharum lactis (lactis, γενική το lac το γάλα στα λατινικά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λακτόζη | — |
| Γενική | λακτόζης | — |
| Αιτιατική | λακτόζη | — |
| Κλητική | λακτόζη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →