λακωνίζω
•
- αρχαιοπρεπέςμιλώ λακωνικά, με λίγα αλλά ουσιαστικά λόγια, εκφράζομαι περιεκτικά, συνήθως χρησιμοποιείται στην έκφραση: «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λακωνίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λακωνίζω (μιμούμαι τους Λάκωνες)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λακωνίζω | λακωνίζεις | λακωνίζει | λακωνίζουμε | λακωνίζετε | λακωνίζουν / λακωνίζουνε |
| Παρατατικός | λακώνιζα | λακώνιζες | λακώνιζε | λακωνίζαμε | λακωνίζατε | λακωνίζαν / λακωνίζανε / λακώνιζαν |
| Αόριστος | λακώνισα | λακώνισες | λακώνισε | λακωνίσαμε | λακωνίσατε | λακωνίσαν / λακωνίσανε / λακώνισαν |
| Μέλλοντας | θα λακωνίζω / θα λακωνίσω | θα λακωνίζεις / θα λακωνίσεις | θα λακωνίζει / θα λακωνίσει | θα λακωνίζουμε / θα λακωνίσουμε | θα λακωνίζετε / θα λακωνίσετε | θα λακωνίζουν / θα λακωνίζουνε / θα λακωνίσουν / θα λακωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λακωνίσει | έχεις λακωνίσει | έχει λακωνίσει | έχουμε λακωνίσει | έχετε λακωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λακωνίσει | είχες λακωνίσει | είχε λακωνίσει | είχαμε λακωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λακωνίσει / να λακωνίζω / να λακωνίσω | να έχεις λακωνίσει / να λακωνίζεις / να λακωνίσεις | να έχει λακωνίσει / να λακωνίζει / να λακωνίσει | να έχουμε λακωνίσει / να λακωνίζουμε / να λακωνίσουμε | να έχετε λακωνίσει / να λακωνίζετε / να λακωνίσετε | να λακωνίζουν / να λακωνίζουνε / να λακωνίσουν / να λακωνίσουνε |
| Προστακτική | — | λακώνιζε / λακώνισε | — | — | λακωνίζετε / λακωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →