λακωνικότητα
•
- ο σύντομος και περιεκτικός τρόπος έκφρασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λακωνικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λακωνικότης από την αιτιατική σε -ότητα < λακωνικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λακωνικότητα | λακωνικότητες |
| Γενική | λακωνικότητας | λακωνικοτήτων |
| Αιτιατική | λακωνικότητα | λακωνικότητες |
| Κλητική | λακωνικότητα | λακωνικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →