λαλές
•
- λουλούδιη τουλίπα Βικιλεξικό
- λουλούδιη ανεμώνα, λευκό, κόκκινο ή ιώδες (μωβ) αγριολούλουδο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- Άρκεψαν να φκαίνουν οι λαλέδες.
Ετυμολογία
λαλές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική لاله (τουρκική lale) + -ς < περσική لاله (lāla, τουλίπα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαλές | λαλέδες |
| Γενική | λαλέ | λαλέδων |
| Αιτιατική | λαλέ | λαλέδες |
| Κλητική | λαλέ | λαλέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →