λαλητό
•
- η ομιλία, οι φωνές, οι κραυγές Βικιλεξικό
- η Ασήμω, και τήραγε στα μακριά το κάτω χωριό, το χριστιανικό, κι άκουγε τα λαλητά που γεμίζουν τον αέρα σε κάθε χωριού γειτονιά (Αργύρης Εφταλιώτης, Η μαζώχτρα)
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →