λαμέ
•
- ύφασμα από γυαλιστερό υλικό που αντανακλά έντονη μεταλλική λάμψη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάστον πληθυντικό: ρούχα, παπούτσια και διάφορα εξαρτήματα από γυαλιστερό υλικό, συνήθως χαμηλής ποιότητας κι αισθητικής, που αποσκοπούν στον εύκολο εντυπωσιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική lamé
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →