λαμπαδιάζω
•
- παίρνω φωτιά και τυλίγομαι στις φλόγες Βικιλεξικό
- Μετά το πέμπτο ποτήρι κρασί, ο θεατρολόγος κατάλαβε ότι το μαγαζί είχε λαμπαδιάσει από μια αόρατη φωτιά. (Χρήστος Βακαλόπουλος Στα νύχια της νεράιδας [διήγημα])
- καίω με φλόγες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμπαδιάζω < λαμπάδα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμπαδιάζω | λαμπαδιάζεις | λαμπαδιάζει | λαμπαδιάζουμε | λαμπαδιάζετε | λαμπαδιάζουν / λαμπαδιάζουνε |
| Παρατατικός | λαμπάδιαζα | λαμπάδιαζες | λαμπάδιαζε | λαμπαδιάζαμε | λαμπαδιάζατε | λαμπάδιαζαν / λαμπαδιάζαν / λαμπαδιάζανε |
| Αόριστος | λαμπάδιασα | λαμπάδιασες | λαμπάδιασε | λαμπαδιάσαμε | λαμπαδιάσατε | λαμπάδιασαν / λαμπαδιάσαν / λαμπαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λαμπαδιάζω / θα λαμπαδιάσω | θα λαμπαδιάζεις / θα λαμπαδιάσεις | θα λαμπαδιάζει / θα λαμπαδιάσει | θα λαμπαδιάζουμε / θα λαμπαδιάσουμε | θα λαμπαδιάζετε / θα λαμπαδιάσετε | θα λαμπαδιάζουν / θα λαμπαδιάζουνε / θα λαμπαδιάσουν / θα λαμπαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαμπαδιάσει | έχεις λαμπαδιάσει | έχει λαμπαδιάσει | έχουμε λαμπαδιάσει | έχετε λαμπαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαμπαδιάσει | είχες λαμπαδιάσει | είχε λαμπαδιάσει | είχαμε λαμπαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαμπαδιάσει / να λαμπαδιάζω / να λαμπαδιάσω | να έχεις λαμπαδιάσει / να λαμπαδιάζεις / να λαμπαδιάσεις | να έχει λαμπαδιάσει / να λαμπαδιάζει / να λαμπαδιάσει | να έχουμε λαμπαδιάσει / να λαμπαδιάζουμε / να λαμπαδιάσουμε | να έχετε λαμπαδιάσει / να λαμπαδιάζετε / να λαμπαδιάσετε | να λαμπαδιάζουν / να λαμπαδιάζουνε / να λαμπαδιάσουν / να λαμπαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | λαμπάδιαζε / λαμπάδιασε | — | — | λαμπαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λαμπαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →