Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαμπικάρω

ρήμα
•
  1. καθαρίζω κάτι, το κάνω διαυγές Βικιλεξικό
    • Δεν κάπνιζε αλλά συμπτωματικά χτες το βράδυ αγόρασε ένα πακέτο, γιατί είχε ακουστά ότι το τσιγάρο σε ηρεμεί και σου λαμπικάρει το μυαλό. (Αντώνης Σουρούνης (1983) Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου [διήγημα])
  2. γίνομαι καθαρός, διαυγής Βικιλεξικό
  3. διευκρινίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαμπικάρω < βενετική lambicar < μεσαιωνική λατινική alembicum < αραβική الإِنْبِيق (al-ʾinbīq: δοχείο απόσταξης) < الأَنْبِيق (al-ʾanbīq) < αρχαία ελληνική ἄμβιξ (αντιδάνειο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →