λαμποκοπώ
•
- λάμπω ολόκληρος, αστράφτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμποκοπώ < λάμπω + -κοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμποκοπάω / λαμποκοπώ | λαμποκοπάς | λαμποκοπά / λαμποκοπάει | λαμποκοπάμε / λαμποκοπούμε | λαμποκοπάτε | λαμποκοπάν / λαμποκοπάνε / λαμποκοπούν / λαμποκοπούνε |
| Παρατατικός | λαμποκοπούσα | λαμποκοπούσες | λαμποκοπούσε | λαμποκοπούσαμε | λαμποκοπούσατε | λαμποκοπούσαν / λαμποκοπούσανε |
| Αόριστος | λαμποκόπησα | λαμποκόπησες | λαμποκόπησε | λαμποκοπήσαμε | λαμποκοπήσατε | λαμποκοπήσαν / λαμποκοπήσανε / λαμποκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα λαμποκοπάω / θα λαμποκοπήσω / θα λαμποκοπώ | θα λαμποκοπάς / θα λαμποκοπήσεις | θα λαμποκοπά / θα λαμποκοπάει / θα λαμποκοπήσει | θα λαμποκοπάμε / θα λαμποκοπήσουμε / θα λαμποκοπούμε | θα λαμποκοπάτε / θα λαμποκοπήσετε | θα λαμποκοπάν / θα λαμποκοπάνε / θα λαμποκοπήσουν / θα λαμποκοπήσουνε / θα λαμποκοπούν / θα λαμποκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω λαμποκοπήσει | έχεις λαμποκοπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαμποκοπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαμποκοπήσει / να λαμποκοπάω / να λαμποκοπήσω / να λαμποκοπώ | να έχεις λαμποκοπήσει / να λαμποκοπάς / να λαμποκοπήσεις | να λαμποκοπά / να λαμποκοπάει / να λαμποκοπήσει | να λαμποκοπάμε / να λαμποκοπήσουμε / να λαμποκοπούμε | να λαμποκοπάτε / να λαμποκοπήσετε | να λαμποκοπάν / να λαμποκοπάνε / να λαμποκοπήσουν / να λαμποκοπήσουνε / να λαμποκοπούν / να λαμποκοπούνε |
| Προστακτική | — | λαμποκόπα / λαμποκόπαγε / λαμποκόπησε | — | — | λαμποκοπάτε / λαμποκοπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →