Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαμποκοπώ

ρήμα
•
  1. λάμπω ολόκληρος, αστράφτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαμποκοπώ < λάμπω + -κοπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαμποκοπάω / λαμποκοπώλαμποκοπάςλαμποκοπά / λαμποκοπάειλαμποκοπάμε / λαμποκοπούμελαμποκοπάτελαμποκοπάν / λαμποκοπάνε / λαμποκοπούν / λαμποκοπούνε
Παρατατικόςλαμποκοπούσαλαμποκοπούσεςλαμποκοπούσελαμποκοπούσαμελαμποκοπούσατελαμποκοπούσαν / λαμποκοπούσανε
Αόριστοςλαμποκόπησαλαμποκόπησεςλαμποκόπησελαμποκοπήσαμελαμποκοπήσατελαμποκοπήσαν / λαμποκοπήσανε / λαμποκόπησαν
Μέλλονταςθα λαμποκοπάω / θα λαμποκοπήσω / θα λαμποκοπώθα λαμποκοπάς / θα λαμποκοπήσειςθα λαμποκοπά / θα λαμποκοπάει / θα λαμποκοπήσειθα λαμποκοπάμε / θα λαμποκοπήσουμε / θα λαμποκοπούμεθα λαμποκοπάτε / θα λαμποκοπήσετεθα λαμποκοπάν / θα λαμποκοπάνε / θα λαμποκοπήσουν / θα λαμποκοπήσουνε / θα λαμποκοπούν / θα λαμποκοπούνε
Παρακείμενοςέχω λαμποκοπήσειέχεις λαμποκοπήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα λαμποκοπήσει—————
Υποτακτικήνα έχω λαμποκοπήσει / να λαμποκοπάω / να λαμποκοπήσω / να λαμποκοπώνα έχεις λαμποκοπήσει / να λαμποκοπάς / να λαμποκοπήσειςνα λαμποκοπά / να λαμποκοπάει / να λαμποκοπήσεινα λαμποκοπάμε / να λαμποκοπήσουμε / να λαμποκοπούμενα λαμποκοπάτε / να λαμποκοπήσετενα λαμποκοπάν / να λαμποκοπάνε / να λαμποκοπήσουν / να λαμποκοπήσουνε / να λαμποκοπούν / να λαμποκοπούνε
Προστακτική—λαμποκόπα / λαμποκόπαγε / λαμποκόπησε——λαμποκοπάτε / λαμποκοπήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →