λαμπριάτικος
•
- σχετικός με τη Λαμπρή, την Ανάσταση, το Πάσχα (χριστιανών) Βικιλεξικό
- η λαμπριάτικη λαμπάδα
Ετυμολογία
λαμπριάτικος < Λαμπρή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαμπριάτικος | λαμπριάτικη | λαμπριάτικο |
| Γενική | λαμπριάτικου | λαμπριάτικης | λαμπριάτικου |
| Αιτιατική | λαμπριάτικο | λαμπριάτικη | λαμπριάτικο |
| Κλητική | λαμπριάτικε | λαμπριάτικη | λαμπριάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαμπριάτικοι | λαμπριάτικες | λαμπριάτικα |
| Γενική | λαμπριάτικων | λαμπριάτικων | λαμπριάτικων |
| Αιτιατική | λαμπριάτικους | λαμπριάτικες | λαμπριάτικα |
| Κλητική | λαμπριάτικοι | λαμπριάτικες | λαμπριάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →