λαμπρύνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος λαμπρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμπρύνομαι | λαμπρύνεσαι | λαμπρύνεται | λαμπρυνόμαστε | λαμπρύνεστε | λαμπρύνονται |
| Παρατατικός | λαμπρυνόμουν / λαμπρυνόμουνα | λαμπρυνόσουν / λαμπρυνόσουνα | λαμπρυνόταν / λαμπρυνότανε | λαμπρυνόμασταν / λαμπρυνόμαστε | λαμπρυνόσασταν / λαμπρυνόσαστε | λαμπρυνόντουσαν / λαμπρύνονταν |
| Αόριστος | λαμπρύνθηκα | λαμπρύνθηκες | λαμπρύνθηκε | λαμπρυνθήκαμε | λαμπρυνθήκατε | λαμπρυνθήκαν / λαμπρυνθήκανε / λαμπρύνθηκαν |
| Μέλλοντας | θα λαμπρυνθώ / θα λαμπρύνομαι | θα λαμπρυνθείς / θα λαμπρύνεσαι | θα λαμπρυνθεί / θα λαμπρύνεται | θα λαμπρυνθούμε / θα λαμπρυνόμαστε | θα λαμπρυνθείτε / θα λαμπρύνεστε | θα λαμπρυνθούν / θα λαμπρυνθούνε / θα λαμπρύνονται |
| Παρακείμενος | έχω λαμπρυνθεί | έχεις λαμπρυνθεί | έχει λαμπρυνθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαμπρυνθεί | είχες λαμπρυνθεί | είχε λαμπρυνθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαμπρυνθεί / να λαμπρυνθώ / να λαμπρύνομαι | να έχεις λαμπρυνθεί / να λαμπρυνθείς / να λαμπρύνεσαι | να έχει λαμπρυνθεί / να λαμπρυνθεί / να λαμπρύνεται | να λαμπρυνθούμε / να λαμπρυνόμαστε | να λαμπρυνθείτε / να λαμπρύνεστε | να λαμπρυνθούν / να λαμπρυνθούνε / να λαμπρύνονται |
| Προστακτική | — | λαμπρύνου / λαμπρύνσου | — | — | λαμπρυνθείτε / λαμπρύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →