λανάρι
•
- οδοντωτό εργαλείο που χρησιμοποιούν αυτοί που ξαίνουν το μαλλί ή το βαμβάκι πριν το κλώσιμο· το αντίστοιχο μηχάνημα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λανάρι < μεσαιωνική ελληνική λανάριον < αρχαία ελληνική λανάριος < λατινική lanarius
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λανάρι | λανάρια |
| Γενική | λαναριού | λαναριών |
| Αιτιατική | λανάρι | λανάρια |
| Κλητική | λανάρι | λανάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →