λαναρίζω
•
- κατεργάζομαι το μαλλί και το βαμβάκι με τη λανάρα, ώστε να μπορεί να παραχθεί από αυτά νήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαναρίζω < λανάρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαναρίζω | λαναρίζεις | λαναρίζει | λαναρίζουμε | λαναρίζετε | λαναρίζουν / λαναρίζουνε |
| Παρατατικός | λανάριζα | λανάριζες | λανάριζε | λαναρίζαμε | λαναρίζατε | λανάριζαν / λαναρίζαν / λαναρίζανε |
| Αόριστος | λανάρισα | λανάρισες | λανάρισε | λαναρίσαμε | λαναρίσατε | λανάρισαν / λαναρίσαν / λαναρίσανε |
| Μέλλοντας | θα λαναρίζω / θα λαναρίσω | θα λαναρίζεις / θα λαναρίσεις | θα λαναρίζει / θα λαναρίσει | θα λαναρίζουμε / θα λαναρίσουμε | θα λαναρίζετε / θα λαναρίσετε | θα λαναρίζουν / θα λαναρίζουνε / θα λαναρίσουν / θα λαναρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαναρίσει | έχεις λαναρίσει | έχει λαναρίσει | έχουμε λαναρίσει | έχετε λαναρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαναρίσει | είχες λαναρίσει | είχε λαναρίσει | είχαμε λαναρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαναρίσει / να λαναρίζω / να λαναρίσω | να έχεις λαναρίσει / να λαναρίζεις / να λαναρίσεις | να έχει λαναρίσει / να λαναρίζει / να λαναρίσει | να έχουμε λαναρίσει / να λαναρίζουμε / να λαναρίσουμε | να έχετε λαναρίσει / να λαναρίζετε / να λαναρίσετε | να λαναρίζουν / να λαναρίζουνε / να λαναρίσουν / να λαναρίσουνε |
| Προστακτική | — | λανάριζε / λανάρισε | — | — | λαναρίζετε / λαναρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →