Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λανθάνων χρόνος

ουσιαστικό
•
  1. ηλεκτρονικήη καθυστέρηση, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της έναρξης ενός συμβάντος και της ηλεκτρονικής αντιμετώπισης του (πχ. καταγραφή)· χρόνος συνήθως πολύ μικρός για την ανθρώπινη αντίληψη Βικιλεξικό
  2. πληροφορική, (για μνήμες) ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της ζήτησης και της ανάκτησης μιας πληροφορίας Βικιλεξικό
    • Ο χρόνος κατά μέσο όρο, που χρειάζεται για έρθουν τα σωστά δεδομένα κάτω από την κεφαλή ανάγνωσης ονομάζεται λανθάνων χρόνος περιστροφής (latency).
    • Δείτε επίσης: Χρόνος προσπέλασης στην Βικιπαίδεια

Ετυμολογία

λανθάνων χρόνος → δείτε τις λέξεις λανθάνων και χρόνος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική latency. Η λέξη λανθάνων υποδηλώνει ότι σε αυτή τη χρονική περίοδο το αποτέλεσμα είναι ακόμα κρυφό, δυνητικό, όχι ακόμα παρατηρήσιμο (από Βικιπαίδεια)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →