λαντουρώ
•
- σπάνιοκαταβρέχω Βικιλεξικό
- Εκεί, μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού τους και πριν ακόμα μπουν μέσα, σπούσε ο οικοδεσπότης το ρόδι, σαν σύμβολο ευτυχίας κι ευφορίας και το νερό της θάλασσας μαζί με τα βότσαλα «λαντουρούσε» (ράντιζε) σ’ όλους τους χώρους του σπιτιού και τις αυλές. (Το έθιμο της 1ης του Σεπτέμβρη στο νησί της Κω, rodiaki.gr, 05/09/2016 https://www.rodiaki.gr/article/346195/to-ethimo-ths-1hs-toy-septembrh-sto-nhsi-ths-kw)
- Το λοιπόν ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ' ένα βουλγάρικο αμπρί […] Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω. Το βιβλίο του πολέμου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, @greek-language.gr
- άλλες μορφές: λαντουρίζω
Ετυμολογία
λαντουρώ < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
λαντουρούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →