Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαντό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κλειστή άμαξα Βικιλεξικό
    • Ένα λαντό, απ' τα περίφημα του Βάγγου, με τ' αστραφτερά του άλογα περίμενε. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου Η αδερφή του νυμφίου [διήγημα])
    • Τραμβάι και τραμβαγιέρηδες, ράθυμες βικτόριες, μόνιππα, κουδουνάτα μπιχλιμπιδάτα λαντό πηγαινοέρχονταν φουριόζικα αλέγκρα κουβαλώντας τους καλοζωισμένους άρχοντές της στην αποβάθρα (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 https://books.google.gr/books?id=jCZcEAAAQBAJ&pg=PT51&lpg=PT51&dq=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&source=bl&ots=rITeKA_vAO&sig=ACfU3U1U1Kvq2Q28WP5lYZFMJJMAY4UtDA&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjzu6OZn8H2AhW_h_0HHX0dAiIQ6AF6BAghEAM#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&f=false)

Ετυμολογία

λαντό < (λόγιο δάνειο) γαλλική landau

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →