λαξευμένος
•
- που έχει λαξευτεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατεργασμένος με τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαξευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λαξεύω
Άλλοι τύποι
λαξεμένοςλαξευμέναλαξευμένελαξευμένεςλαξευμένηλαξευμένηςλαξευμένολαξευμένοιλαξευμένοςλαξευμένουλαξευμένουςλαξευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →