λαογραφικός
•
- σχετικός με τη λαογραφία Βικιλεξικό
- οι γυναίκες του χωριού μάζεψαν παλιούς αργαλειούς, κεντήματα, όπλα και άλλα αντικείμενα και έστησαν ένα μικρό λαογραφικό μουσείο
Ετυμολογία
λαογραφικός < λαογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαογραφικός | λαογραφική | λαογραφικό |
| Γενική | λαογραφικού | λαογραφικής | λαογραφικού |
| Αιτιατική | λαογραφικό | λαογραφική | λαογραφικό |
| Κλητική | λαογραφικέ | λαογραφική | λαογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαογραφικοί | λαογραφικές | λαογραφικά |
| Γενική | λαογραφικών | λαογραφικών | λαογραφικών |
| Αιτιατική | λαογραφικούς | λαογραφικές | λαογραφικά |
| Κλητική | λαογραφικοί | λαογραφικές | λαογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →