Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη λαογραφία Βικιλεξικό
    • οι γυναίκες του χωριού μάζεψαν παλιούς αργαλειούς, κεντήματα, όπλα και άλλα αντικείμενα και έστησαν ένα μικρό λαογραφικό μουσείο

Ετυμολογία

λαογραφικός < λαογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαογραφικόςλαογραφικήλαογραφικό
Γενικήλαογραφικούλαογραφικήςλαογραφικού
Αιτιατικήλαογραφικόλαογραφικήλαογραφικό
Κλητικήλαογραφικέλαογραφικήλαογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαογραφικοίλαογραφικέςλαογραφικά
Γενικήλαογραφικώνλαογραφικώνλαογραφικών
Αιτιατικήλαογραφικούςλαογραφικέςλαογραφικά
Κλητικήλαογραφικοίλαογραφικέςλαογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →