λαοκρατικός
•
- που χαρακτηρίζεται από το ότι την εξουσία την έχει ο λαός, σχετικός με τη λαοκρατία Βικιλεξικό
- επιθετικός προσδιορισμός που αποτελεί μέρος της επίσημης ονομασίας σοσιαλιστικών κρατών Βικιλεξικό
- Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας
Ετυμολογία
λαοκρατικός < λαοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαοκρατικός | λαοκρατική | λαοκρατικό |
| Γενική | λαοκρατικού | λαοκρατικής | λαοκρατικού |
| Αιτιατική | λαοκρατικό | λαοκρατική | λαοκρατικό |
| Κλητική | λαοκρατικέ | λαοκρατική | λαοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαοκρατικοί | λαοκρατικές | λαοκρατικά |
| Γενική | λαοκρατικών | λαοκρατικών | λαοκρατικών |
| Αιτιατική | λαοκρατικούς | λαοκρατικές | λαοκρατικά |
| Κλητική | λαοκρατικοί | λαοκρατικές | λαοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →