λαπάρα
•
- σπάνιοη κοιλιακή χώρα, το μαλακό τμήμα του σώματος μεταξύ του στήθους και του ισχίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαπάρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαπάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαπάρα | λαπάρες |
| Γενική | λαπάρας | λαπαρών |
| Αιτιατική | λαπάρα | λαπάρες |
| Κλητική | λαπάρα | λαπάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →