λαπάς
•
- νερόβραστο χυλωμένο ρύζι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαραβρασμένο φαγητό Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος νωθρός, χωρίς ενεργητικότητα, σθένος, ενδιαφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαπάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική lâpa < αρμενική lap’ (νερουλή τροφή για σκύλους, λαπάς για μωρά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαπάς | λαπάδες |
| Γενική | λαπά | λαπάδων |
| Αιτιατική | λαπά | λαπάδες |
| Κλητική | λαπά | λαπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →