λαρυγγίτιδα
•
- ιατρικήφλεγμονή του λάρυγγα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαρυγγίτιδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λαρυγγῖτις από την αιτιατική ενικού σε -ίτιδα: λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική laryngite < νεολατινική laryngitis < αρχαία ελληνική λάρυγξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαρυγγίτιδα | λαρυγγίτιδες |
| Γενική | λαρυγγίτιδας | λαρυγγίτιδων |
| Αιτιατική | λαρυγγίτιδα | λαρυγγίτιδες |
| Κλητική | λαρυγγίτιδα | λαρυγγίτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →