λαρυγγοσκόπηση
•
- ιατρικήη εξέταση του λάρυγγα και των φωνητικών χορδών με όργανα όπως το λαρυγγοσκόπιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαρυγγοσκόπηση < (καθαρεύουσα) λαρυγγοσκόπη(σις) + -ση: λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική laryngoscopie < αρχαία ελληνική λάρυγξ + -σκόπησις. Μορφολογικά αναλύεται σε λαρυγγο- + -σκόπηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαρυγγοσκόπηση | λαρυγγοσκοπήσεις |
| Γενική | λαρυγγοσκόπησης | λαρυγγοσκοπήσεων |
| Αιτιατική | λαρυγγοσκόπηση | λαρυγγοσκοπήσεις |
| Κλητική | λαρυγγοσκόπηση | λαρυγγοσκοπήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →