λασάρω
•
- ιδιωματικόηρεμώ, καταπαύω, απελευθερώνω Βικιλεξικό
- Χτες το πρωί είχε καιρό, γι' αυτό περιμέναμε μέχρι το μεσημέρι να λασάρει, για να βγούμε στα ανοιχτά με τη βάρκα.
- Αυτές τις μέρες έχει πέσει πολύ δουλειά, δε λασάρω ούτε λεπτό.
Ετυμολογία
λασάρω < λασκάρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →