Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λασπερός

/la.speˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεμάτος λάσπες Βικιλεξικό
    • λασπερός χωματόδρομος

Ετυμολογία

λασπερός < λάσπ(η) + -ερός ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λασπερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλασπερόςλασπερήλασπερό
Γενικήλασπερούλασπερήςλασπερού
Αιτιατικήλασπερόλασπερήλασπερό
Κλητικήλασπερέλασπερήλασπερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλασπεροίλασπερέςλασπερά
Γενικήλασπερώνλασπερώνλασπερών
Αιτιατικήλασπερούςλασπερέςλασπερά
Κλητικήλασπεροίλασπερέςλασπερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →