λασπόλουτρο
•
- ιαματικό λουτρό μέσα σε λάσπη Βικιλεξικό
- Λασπόλουτρα μ' ἔστειλες νὰ κάνω ἢ ἡλιόλουτρα; Ἰλυόλουτρα. --Ἔμ τότε τί λάσπες μοῦ κρένεις; - Γιατὶ ἔπρεπε τά ἰλυόλουτρα νὰ τὰ κάνεις στὴ λάσπη . – ̓́Αμ τότε τί ἡλιόλουτρα θὰ ̓ταν , ἀφοῦ θὰ ̓κανα λασπόλουτρα; ...Διότι ! ... ( συνεχίζει καὶ πιὸ κορδωμένος ὁ φοιτητής ) τὸ « ἥλι- ος » γράφεται τὸ «η» μὲ ἦτα καὶ τὸ «λὶ» μὲ γιώτα ! Ὄχι τὸ « ι » μὲ γιώτα καὶ τὸ « λί » μὲ ὕψιλον (Μενέλαος Λουντέμης, Καληνύχτα Ζωή, 1965, σελ. 178)
- Μου διηγιόταν πως όλο το πρωί καθότανε με τη νταντά στη βεράντα του ξενοδοχείου και περιμένανε τη γιαγιά, που πήγαινε να κάνει λασπόλουτρα και πασαλειβότανε λάσπη μέχρι τον λαιμό για να της περάσουν οι ρευματισμοί. (Άλκη Ζέη, Η μωβ ομπρέλα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)
Ετυμολογία
λασπόλουτρο < λάσπη + -ό- + -λουτρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λασπόλουτρο | λασπόλουτρα |
| Γενική | λασπόλουτρου | λασπόλουτρων |
| Αιτιατική | λασπόλουτρο | λασπόλουτρα |
| Κλητική | λασπόλουτρο | λασπόλουτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →