Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λατέρνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικό όργανομηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαραφορτωμένο ή παράταιρο ντύσιμο Βικιλεξικό
    • πώς βγαίνεις ετσι έξω, ντυμένη σαν λατέρνα;

Ετυμολογία

λατέρνα < (άμεσο δάνειο) τουρκική laterna < ιταλική lanterna (φάρος, φανάρι, οδοντωτός κυλινδρικός τροχός σε σχήμα φαναριού, < λατινική lanterna και laterna < αρχαία ελληνική grc < λάμπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλατέρναλατέρνες
Γενικήλατέρναςλατερνών
Αιτιατικήλατέρναλατέρνες
Κλητικήλατέρναλατέρνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →