λατέρνα
•
- μουσικό όργανομηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαραφορτωμένο ή παράταιρο ντύσιμο Βικιλεξικό
- πώς βγαίνεις ετσι έξω, ντυμένη σαν λατέρνα;
Ετυμολογία
λατέρνα < (άμεσο δάνειο) τουρκική laterna < ιταλική lanterna (φάρος, φανάρι, οδοντωτός κυλινδρικός τροχός σε σχήμα φαναριού, < λατινική lanterna και laterna < αρχαία ελληνική grc < λάμπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λατέρνα | λατέρνες |
| Γενική | λατέρνας | λατερνών |
| Αιτιατική | λατέρνα | λατέρνες |
| Κλητική | λατέρνα | λατέρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →