λατινοαμερικανικός
•
- σχετικός με τη Λατινική Αμερική, δηλαδή την Κεντρική και Νότια Αμερική Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο σχετικός με την αμερικανική ήπειρο εκτός Καναδά και ΗΠΑ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λατινοαμερικανικός < Λατινοαμερικαν(ός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λατινοαμερικανικός | λατινοαμερικανική | λατινοαμερικανικό |
| Γενική | λατινοαμερικανικού | λατινοαμερικανικής | λατινοαμερικανικού |
| Αιτιατική | λατινοαμερικανικό | λατινοαμερικανική | λατινοαμερικανικό |
| Κλητική | λατινοαμερικανικέ | λατινοαμερικανική | λατινοαμερικανικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λατινοαμερικανικοί | λατινοαμερικανικές | λατινοαμερικανικά |
| Γενική | λατινοαμερικανικών | λατινοαμερικανικών | λατινοαμερικανικών |
| Αιτιατική | λατινοαμερικανικούς | λατινοαμερικανικές | λατινοαμερικανικά |
| Κλητική | λατινοαμερικανικοί | λατινοαμερικανικές | λατινοαμερικανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →