Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λατομεύω

ρήμα
•
  1. σπάνιοείμαι λατόμος, εργάζομαι σε λατομείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λατομεύω < ελληνιστική κοινή λᾱτομεύω < λατόμος < αρχαία ελληνική λᾶας + τέμνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλατομεύωλατομεύειςλατομεύειλατομεύουμελατομεύετελατομεύουν / λατομεύουνε
Παρατατικόςλατόμευαλατόμευεςλατόμευελατομεύαμελατομεύατελατομεύαν / λατομεύανε / λατόμευαν
Αόριστοςλατόμευσαλατόμευσεςλατόμευσελατομεύσαμελατομεύσατελατομεύσαν / λατομεύσανε / λατόμευσαν
Μέλλονταςθα λατομεύσω / θα λατομεύωθα λατομεύεις / θα λατομεύσειςθα λατομεύει / θα λατομεύσειθα λατομεύουμε / θα λατομεύσουμεθα λατομεύετε / θα λατομεύσετεθα λατομεύουν / θα λατομεύουνε / θα λατομεύσουν / θα λατομεύσουνε
Παρακείμενοςέχω λατομεύσειέχεις λατομεύσειέχει λατομεύσειέχουμε λατομεύσειέχετε λατομεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λατομεύσειείχες λατομεύσειείχε λατομεύσειείχαμε λατομεύσει——
Υποτακτικήνα έχω λατομεύσει / να λατομεύσω / να λατομεύωνα έχεις λατομεύσει / να λατομεύεις / να λατομεύσειςνα έχει λατομεύσει / να λατομεύει / να λατομεύσεινα έχουμε λατομεύσει / να λατομεύουμε / να λατομεύσουμενα έχετε λατομεύσει / να λατομεύετε / να λατομεύσετενα λατομεύουν / να λατομεύουνε / να λατομεύσουν / να λατομεύσουνε
Προστακτική—λατόμευε / λατόμευσε——λατομεύετε / λατομεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →