λατομώ
•
- δουλεύω σε λατομείο, εξορύσσω λίθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λατομώ < (ελληνιστική κοινή) / λατομῶ < λατόμος < αρχαία ελληνική λᾶας + τέμνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λατομώ | λατομείς | λατομεί | λατομούμε | λατομείτε | λατομούν / λατομούνε |
| Παρατατικός | λατομούσα | λατομούσες | λατομούσε | λατομούσαμε | λατομούσατε | λατομούσαν / λατομούσανε |
| Αόριστος | λατόμησα | λατόμησες | λατόμησε | λατομήσαμε | λατομήσατε | λατομήσαν / λατομήσανε / λατόμησαν |
| Μέλλοντας | θα λατομήσω / θα λατομώ | θα λατομήσεις / θα λατομείς | θα λατομήσει / θα λατομεί | θα λατομήσουμε / θα λατομούμε | θα λατομήσετε / θα λατομείτε | θα λατομήσουν / θα λατομήσουνε / θα λατομούν / θα λατομούνε |
| Παρακείμενος | έχω λατομήσει | έχεις λατομήσει | έχει λατομήσει | έχουμε λατομήσει | έχετε λατομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λατομήσει | είχες λατομήσει | είχε λατομήσει | είχαμε λατομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λατομήσει / να λατομήσω / να λατομώ | να έχεις λατομήσει / να λατομήσεις / να λατομείς | να έχει λατομήσει / να λατομήσει / να λατομεί | να έχουμε λατομήσει / να λατομήσουμε / να λατομούμε | να έχετε λατομήσει / να λατομήσετε / να λατομείτε | να λατομήσουν / να λατομήσουνε / να λατομούν / να λατομούνε |
| Προστακτική | — | λατόμει / λατόμησε | — | — | λατομήστε / λατομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →