λατρεία
•
- το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα Βικιλεξικό
- Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
- η πολύ μεγάλη αγάπη Βικιλεξικό
- το πρόσωπο που λατρεύουμε Βικιλεξικό
- είσαι η αγάπη μου, είσαι η λατρεία μου, είσαι το φως μου
Ετυμολογία
λατρεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λατρεία (υπηρεσία στο θεό) < λατρεύω + -εία. Δείτε και το συνθετικό -λάτρ(ης) + -ία > -λατρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λατρεία | λατρείες |
| Γενική | λατρείας | λατρειών |
| Αιτιατική | λατρεία | λατρείες |
| Κλητική | λατρεία | λατρείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →