Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λατυπογενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου προέρχεται από λατύπες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λατυπογενής < λατύπη + -ο- + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλατυπογενήςλατυπογενήςλατυπογενές
Γενικήλατυπογενούςλατυπογενούςλατυπογενούς
Αιτιατικήλατυπογενήλατυπογενήλατυπογενές
Κλητικήλατυπογενή / λατυπογενήςλατυπογενήςλατυπογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλατυπογενείςλατυπογενείςλατυπογενή
Γενικήλατυπογενώνλατυπογενώνλατυπογενών
Αιτιατικήλατυπογενείςλατυπογενείςλατυπογενή
Κλητικήλατυπογενείςλατυπογενείςλατυπογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →