λατυποπαγής
•
- γεωλογίαπου αποτελείται από λατύπες Βικιλεξικό
- γεωλογίατο σχετικό πέτρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λατυποπαγής < λατύπη + -ο- + -παγής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λατυποπαγής | λατυποπαγής | λατυποπαγές |
| Γενική | λατυποπαγούς | λατυποπαγούς | λατυποπαγούς |
| Αιτιατική | λατυποπαγή | λατυποπαγή | λατυποπαγές |
| Κλητική | λατυποπαγή / λατυποπαγής | λατυποπαγής | λατυποπαγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λατυποπαγείς | λατυποπαγείς | λατυποπαγή |
| Γενική | λατυποπαγών | λατυποπαγών | λατυποπαγών |
| Αιτιατική | λατυποπαγείς | λατυποπαγείς | λατυποπαγή |
| Κλητική | λατυποπαγείς | λατυποπαγείς | λατυποπαγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →