Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λατυποπαγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου αποτελείται από λατύπες Βικιλεξικό
  2. γεωλογίατο σχετικό πέτρωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λατυποπαγής < λατύπη + -ο- + -παγής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλατυποπαγήςλατυποπαγήςλατυποπαγές
Γενικήλατυποπαγούςλατυποπαγούςλατυποπαγούς
Αιτιατικήλατυποπαγήλατυποπαγήλατυποπαγές
Κλητικήλατυποπαγή / λατυποπαγήςλατυποπαγήςλατυποπαγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλατυποπαγείςλατυποπαγείςλατυποπαγή
Γενικήλατυποπαγώνλατυποπαγώνλατυποπαγών
Αιτιατικήλατυποπαγείςλατυποπαγείςλατυποπαγή
Κλητικήλατυποπαγείςλατυποπαγείςλατυποπαγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →