λαφίτης
•
- ερπετολογίαμεγάλο, ακίνδυνο φίδι της ελληνικής υπαίθρου (Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima), με ήρεμη συμπεριφορά και ρόλο ρυθμιστή στο οικοσύστημα, καθώς τρέφεται κυρίως με τρωκτικά και μικρά ζώα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαφίτης < λαφιάτης < λαφιάζω + -ιάτης < αλαφιάζω < αλάφι < ελάφι < ελληνιστική κοινή ἐλάφιον < αρχαία ελληνική ἔλαφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαφίτης | λαφίτες |
| Γενική | λαφίτη | λαφιτών |
| Αιτιατική | λαφίτη | λαφίτες |
| Κλητική | λαφίτη | λαφίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →