Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαφίτης

/laˈfi.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ερπετολογίαμεγάλο, ακίνδυνο φίδι της ελληνικής υπαίθρου (Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima), με ήρεμη συμπεριφορά και ρόλο ρυθμιστή στο οικοσύστημα, καθώς τρέφεται κυρίως με τρωκτικά και μικρά ζώα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαφίτης < λαφιάτης < λαφιάζω + -ιάτης < αλαφιάζω < αλάφι < ελάφι < ελληνιστική κοινή ἐλάφιον < αρχαία ελληνική ἔλαφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαφίτηςλαφίτες
Γενικήλαφίτηλαφιτών
Αιτιατικήλαφίτηλαφίτες
Κλητικήλαφίτηλαφίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →