λαφαζάνης
•
- ιδιωματικόκαυχησιάρης, φλύαρος, μικροαπατεώνας, ψεύτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαφαζάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική lafazan (κομπορρήμονας) < περσική لافزن (lāf-zan)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαφαζάνης | λαφαζάνηδες |
| Γενική | λαφαζάνη | λαφαζάνηδων |
| Αιτιατική | λαφαζάνη | λαφαζάνηδες |
| Κλητική | λαφαζάνη | λαφαζάνηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →