λαχανίδα
•
- φυτόποικιλία λάχανου (Brassica oleracea) Βικιλεξικό
- Τζένη Μαστοράκη, Oι μεγάλοι, (απόσπασμα), στ. 6 (1-6), από την ποιητική συλλογή Διόδια (1972), ※ @ebooks.edu.gr
Ετυμολογία
λαχανίδα < μεσαιωνική ελληνική λαχανίδα < ελληνιστική κοινή λαχανίδιον < αρχαία ελληνική λάχανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχανίδα | λαχανίδες |
| Γενική | λαχανίδας | λαχανίδων |
| Αιτιατική | λαχανίδα | λαχανίδες |
| Κλητική | λαχανίδα | λαχανίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →