λαχειοπώλης
•
- επάγγελμαο πωλητής λαχείων Βικιλεξικό
- «Τζακπότ έχει σήμερα, μπάρμπα ! Πού ξέρεις ποιός είναι ο τυχερός. Μπορεί να 'σαι εσύ», τον πλησίασε ένας λαχειοπώλης. Ο Θεόφιλος του έγνεψε αρνητικά. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος, 2005)
- Ένας πλανόδιος λαχειοπώλης φώναζε: «Λαχεία! Αύριο κληρώνει!».
Ετυμολογία
λαχειοπώλης < λαχεί(ο) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχειοπώλης | λαχειοπώλες / λαχειοπώληδες |
| Γενική | λαχειοπώλη | λαχειοπωλών / λαχειοπώληδων |
| Αιτιατική | λαχειοπώλη | λαχειοπώλες / λαχειοπώληδες |
| Κλητική | λαχειοπώλη | λαχειοπώλες / λαχειοπώληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →