Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχειοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με ένα λαχείο, με μια κλήρωση Βικιλεξικό
    • λαχειοφόρος αγορά

Ετυμολογία

λαχειοφόρος < λαχεί(ο) + -ο- + -φόρος ( < φέρω )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαχειοφόροςλαχειοφόρα / λαχειοφόροςλαχειοφόρο
Γενικήλαχειοφόρουλαχειοφόρας / λαχειοφόρουλαχειοφόρου
Αιτιατικήλαχειοφόρολαχειοφόρα / λαχειοφόρολαχειοφόρο
Κλητικήλαχειοφόρελαχειοφόρα / λαχειοφόρελαχειοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαχειοφόροιλαχειοφόρες / λαχειοφόροιλαχειοφόρα
Γενικήλαχειοφόρωνλαχειοφόρωνλαχειοφόρων
Αιτιατικήλαχειοφόρουςλαχειοφόρες / λαχειοφόρουςλαχειοφόρα
Κλητικήλαχειοφόροιλαχειοφόρες / λαχειοφόροιλαχειοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →