Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχούρι

/laˈxu.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συγκεκριμένο χαρακτηριστικό σχέδιο ή μοτίβο πάνω σε ύφασμα Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο (λεπτό) ύφασμα με τέτοιο μοτίβο ή σχέδιο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασησάλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαχούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική lahuri < δυτική παντζάμπι لہور (ləhoːr: Λαχόρη, πόλη στο Πακιστάν)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαχούριλαχούρια
Γενικήλαχουριούλαχουριών
Αιτιατικήλαχούριλαχούρια
Κλητικήλαχούριλαχούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →