λαχούρι
•
- συγκεκριμένο χαρακτηριστικό σχέδιο ή μοτίβο πάνω σε ύφασμα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο (λεπτό) ύφασμα με τέτοιο μοτίβο ή σχέδιο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαχούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική lahuri < δυτική παντζάμπι لہور (ləhoːr: Λαχόρη, πόλη στο Πακιστάν)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχούρι | λαχούρια |
| Γενική | λαχουριού | λαχουριών |
| Αιτιατική | λαχούρι | λαχούρια |
| Κλητική | λαχούρι | λαχούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →