Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχταρίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικότρομάζω κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαχταρίζω < λαχτάρα + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαχταρίζωλαχταρίζειςλαχταρίζειλαχταρίζουμελαχταρίζετελαχταρίζουν / λαχταρίζουνε
Παρατατικόςλαχτάριζαλαχτάριζεςλαχτάριζελαχταρίζαμελαχταρίζατελαχτάριζαν / λαχταρίζαν / λαχταρίζανε
Αόριστοςλαχτάρισαλαχτάρισεςλαχτάρισελαχταρίσαμελαχταρίσατελαχτάρισαν / λαχταρίσαν / λαχταρίσανε
Μέλλονταςθα λαχταρίζω / θα λαχταρίσωθα λαχταρίζεις / θα λαχταρίσειςθα λαχταρίζει / θα λαχταρίσειθα λαχταρίζουμε / θα λαχταρίσουμεθα λαχταρίζετε / θα λαχταρίσετεθα λαχταρίζουν / θα λαχταρίζουνε / θα λαχταρίσουν / θα λαχταρίσουνε
Παρακείμενοςέχω λαχταρίσειέχεις λαχταρίσειέχει λαχταρίσειέχουμε λαχταρίσειέχετε λαχταρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λαχταρίσειείχες λαχταρίσειείχε λαχταρίσειείχαμε λαχταρίσει——
Υποτακτικήνα έχω λαχταρίσει / να λαχταρίζω / να λαχταρίσωνα έχεις λαχταρίσει / να λαχταρίζεις / να λαχταρίσειςνα έχει λαχταρίσει / να λαχταρίζει / να λαχταρίσεινα έχουμε λαχταρίσει / να λαχταρίζουμε / να λαχταρίσουμενα έχετε λαχταρίσει / να λαχταρίζετε / να λαχταρίσετενα λαχταρίζουν / να λαχταρίζουνε / να λαχταρίσουν / να λαχταρίσουνε
Προστακτική—λαχτάριζε / λαχτάρισε——λαχταρίζετε / λαχταρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →