λαχταρίζω
•
- μεταβατικότρομάζω κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαχταρίζω < λαχτάρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαχταρίζω | λαχταρίζεις | λαχταρίζει | λαχταρίζουμε | λαχταρίζετε | λαχταρίζουν / λαχταρίζουνε |
| Παρατατικός | λαχτάριζα | λαχτάριζες | λαχτάριζε | λαχταρίζαμε | λαχταρίζατε | λαχτάριζαν / λαχταρίζαν / λαχταρίζανε |
| Αόριστος | λαχτάρισα | λαχτάρισες | λαχτάρισε | λαχταρίσαμε | λαχταρίσατε | λαχτάρισαν / λαχταρίσαν / λαχταρίσανε |
| Μέλλοντας | θα λαχταρίζω / θα λαχταρίσω | θα λαχταρίζεις / θα λαχταρίσεις | θα λαχταρίζει / θα λαχταρίσει | θα λαχταρίζουμε / θα λαχταρίσουμε | θα λαχταρίζετε / θα λαχταρίσετε | θα λαχταρίζουν / θα λαχταρίζουνε / θα λαχταρίσουν / θα λαχταρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαχταρίσει | έχεις λαχταρίσει | έχει λαχταρίσει | έχουμε λαχταρίσει | έχετε λαχταρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαχταρίσει | είχες λαχταρίσει | είχε λαχταρίσει | είχαμε λαχταρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαχταρίσει / να λαχταρίζω / να λαχταρίσω | να έχεις λαχταρίσει / να λαχταρίζεις / να λαχταρίσεις | να έχει λαχταρίσει / να λαχταρίζει / να λαχταρίσει | να έχουμε λαχταρίσει / να λαχταρίζουμε / να λαχταρίσουμε | να έχετε λαχταρίσει / να λαχταρίζετε / να λαχταρίσετε | να λαχταρίζουν / να λαχταρίζουνε / να λαχταρίσουν / να λαχταρίσουνε |
| Προστακτική | — | λαχτάριζε / λαχτάρισε | — | — | λαχταρίζετε / λαχταρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →