λαϊκή ετυμολογία
•
- δημώδης, μη επιστημονική εξήγηση της προέλευσης ενός όρου, η οποία βασίζεται σε επιφανειακή ή εσφαλμένη σύνδεσή της με άλλο, γνωστότερο όρο και δεν γίνεται δεκτή από την επιστημονική ετυμολογία Βικιλεξικό
- η γλωσσική μεταβολή λέξης (κυρίως δάνειας ή λόγιας), η οποία προκύπτει από εσφαλμένη ετυμολογική συσχέτισή της με άλλη, οικεία λέξη, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της μορφής ή της σημασίας της Βικιλεξικό
- (σε δάνεια λέξη) γιουβαρλάκι < *γιουβαρελάκι (από το βαρέλι)
- (σε λόγια λέξη) τένοντας < *τέντονας (από το τεντώνω)
Ετυμολογία
λαϊκή ετυμολογία < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Volksetymologie.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →