λαϊκίζων
•
- λόγιοπου λαϊκίζει Βικιλεξικό
- Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο σκηνοθέτης έβαλε τα δυνατά του για να καταδείξει όλες τις αδυναμίες του έργου. Βασίστηκε στη λαϊκίζουσα μετάφραση της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, που αποκαλεί τον Μίσα… Μιχαλάκη, ενώ αν ήθελε σώνει και καλά να ελληνοποιήσει το έργο, θα αρκούσε να βάλει στο στόμα του το γνωστό τραγούδι: υπάρχει λόγος σοβαρός που είμαι νέος χλιαρός.
- «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)
Ετυμολογία
λαϊκίζων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαϊκίζω. Παραβάλετε αρχαΐζων.
Άλλοι τύποι
λαϊκίζονλαϊκίζονταλαϊκίζονταςλαϊκίζοντεςλαϊκίζοντοςλαϊκίζουσαλαϊκίζουσαςλαϊκίζουσεςλαϊκίζωνλαϊκιζουσώνλαϊκιζούσηςλαϊκιζόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →