λαϊκίστρια
•
- νεολογισμόςθηλυκό του λαϊκιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαϊκίστρια < λαϊκιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαϊκίστρια | λαϊκίστριες |
| Γενική | λαϊκίστριας | λαϊκιστριών |
| Αιτιατική | λαϊκίστρια | λαϊκίστριες |
| Κλητική | λαϊκίστρια | λαϊκίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →