λαϊκότητα
•
- η ιδιότητα του λαϊκού, του προερχόμενου από τον λαό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαϊκότητα < (καθαρεύουσα) λαϊκότης, από την αιτιατική σε -ότητα < λαϊκός < λαός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαϊκότητα | λαϊκότητες |
| Γενική | λαϊκότητας | λαϊκοτήτων |
| Αιτιατική | λαϊκότητα | λαϊκότητες |
| Κλητική | λαϊκότητα | λαϊκότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →