λείψανο
•
- το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό Βικιλεξικό
- το νεκρό σώμα, ιδίως ενός αγίου Βικιλεξικό
- το λείψανο του Αγίου τέθηκε για προσκύνημα από τους πιστούς
- Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση, εκδ. Δορικός, 1965, σελ. 28)
Ετυμολογία
λείψανο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λείψανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λείψανο | λείψανα |
| Γενική | λείψανου / λειψάνου | λείψανων / λειψάνων |
| Αιτιατική | λείψανο | λείψανα |
| Κλητική | λείψανο | λείψανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →